68

From Textus Receptus

Jump to: navigation, search
Greek Concordance

67 ἀγρός agros (ag-ros')

Noun, Masculine

άγρια αγροί αγροίς αγρον αγρόν άγρον ἀγρόν ἀγρὸν αγρος αγρός ἀγρός ἀγρὸς αγρου αγρού άγρου ἀγροῦ αγρους αγρούς ἀγρούς ἀγροὺς αγρω αγρώ ἀγρῷ αγρων αγρών ἀγρῶν

Personal tools